Accueil Présentation Tous les sujets Rechercher Signaler un bug ou une faute  



Voir aussi les sujets : Chambre

Fond d'écran Matala

το ξυπνητήρι

réveil (objet)

Mots de mêmes racines :

ο εκδοτικός οίκος (εξ)maison d'édition
πάω εκδρομή (δρομ, εξ)Partir en excursion
ο εκσυγχρονισμός (εξ, χρον)modernisation
εκφράζω (εξ, φραζ )exprimer
η έκφραση (εξ, φραζ )expression
εκφραστικός (εξ, φραζ )expressif
η έξοδος (εξ, οδο )sortie
η εξοχή (εξ, εξοχ )campagne
εξοχικός (εξ, εξοχ )campagnard
έξω (εξ)à l'extérieur
η ξεκούραση (εξ, κουρα)repos
ξεκουράζομαι (εξ, κουρα)se reposer
ξενυχτάω (εξ, νυχτ)Passer une nuit blanche
η ξαδέλφη (αδελ, εξ)cousine
τα ξαδέλφια (αδελ, εξ)cousins et cousines
ο ξάδελφος (αδελ, εξ)cousin
η ξαδέρφη (αδελ, εξ)cousine
τα ξαδέρφια (αδελ, εξ)cousins et cousines
ο ξάδερφος (αδελ, εξ)cousin
ξαπλωμένος (απλω , εξ)allongé
ξαπλώνω (απλω , εξ)s'allonger (à l'horizontal, par terre)
ξεδιψάω (διψ , εξ)se désaltérer
ξεκινάω (εξ, κινη)commencer
ξεκολλάω (εξ, κολλ )décoller (quelque chose de collé)
ξεκουράζω (εξ, κουρα)reposer
ξεκούραστος (εξ, κουρα)confortable
ξεσκονίζω (εξ, σκον )dépoussiérer
ξημερώματα (εξ, ημερ)
πέντε τα ξημερώματαcinq heures du matin
δύο τα ξημερώματαdeux heures du matin
ξημερώνει (εξ, ημερ)le jour se lève
ξυπνάω (εξ, υπν )se réveiller
το ξυπνητήρι (εξ, υπν )réveil (objet)
πάω για ύπνο (υπν )aller dormir
ύπνος (υπν )
Με παίρνει ο ύπνος.s'endormir (et non : avoir envie de dormir)
ο μεσημεριανός ύπνοςsieste
ο ύπνοςsommeil

Nom neutre singulier