Accueil Présentation Tous les sujets Rechercher Signaler un bug ou une faute  



Liste des sujets
Le corps, la santé
âge
Corps
Santé
Taille, poids


âge
âgé μεγάλος
âge η ηλικία
grandir μεγαλώνω
J'ai trente-trois ans.Είμαι τριάντα τριών χρονών.
jeune μικρός
νέος
jeune homme ο νεαρός
Quel âge as-tu ?Πόσων χρονών είσαι ;
vieux, vieille γέρος, γριά
Corps
bouche το στόμα
bronzer μαυρίζω
caresse το χάδι
coeur η καρδιά
corps το σώμα
dent το δόντι
front το μέτωπο
gorge ο λαιμός
grossir παχαίνω
J'ai mal à la tête. Πονάει το κεφάλι μου.
joue το μάγουλο
lèvre το χείλι
les bras (pour prendre dans ses bras, enlacer)η αγκαλιά
main το χέρι
menton το πηγούνι
nez η μύτη
oreille το αυτί
pied το πόδι
sale βρώμικος
sexe το φύλο
tête το κεφάλι
ventreη κοιλιά
visage το πρόσωπο
voix η φωνή
Cheveux
baigner λούζω
blond ξανθός
brunμελαχρινός
châtain (yeux et cheveux) καστανά
cheveux τα μαλλιά
cheveux noirs μαύρα μαλλιά
noeudο κόμπος
qui à les cheveux blancs ασπρομάλλης, α
roux κόκκινα μαλλιά
κοκκινομάλλης, α
s'entremêler μπλέκομαι
se laver les cheveux λούζομαι
Yeux
avoir les larmes aux yeux, pleurerδακρύζω
cil το ματόκλαδο
larme το δάκρυ
lunettes τα γυαλιά
oeilτο μάτι
sourcil το φρύδι
un coup d'oeil η ματιά
Santé
en bonne santé γερός
Douleur
avoir mal πονάω
douleur ο πόνος
faire souffrir ταλαιπωρώ
j'ai mal πονάω
J'ai mal à la tête. Πονάει το κεφάλι μου.
Fatigue, repos
allongé ξαπλωμένος
Comme elle est fatiguante, cette ville ! Τι κουραστική που είναι αυτή η πόλη !
fatigué κουρασμένος
fatiguant κουραστικός
fatigueη κούραση
fatiguer κουράζω
ταλαιπωρώ
reposη ξεκούραση
reposéξεκούραστος
reposer ξεκουράζω
se fatiguer κουράζομαι
se reposer ηρεμώ
ξεκουράζομαι
Maladie
évanoui λιπόθυμος
ambulance το ασθενοφόρο
avoir mal πονάω
boîte d'aspirinesη κουτί ασπιρίνες
calmant το παυσίπονο
délirer παραμιλάω
hôpital το νοσοκομείο
j'ai mal πονάω
J'ai mal à la tête. Πονάει το κεφάλι μου.
je me suis évanouiέχω λιποθυμήσει, λυποθύμησα
médecin ο γιατρός
malade (adjectif)άρρωστος
maladie η αρρώστια
pharmacie το φαρμακείο
rendre malade αρρωσταίνω
supporter αντέχω
tomber malade αρρωσταίνω
tousser βήχω
Vie et mort
périr χάνομαι
vie η ζωή
vivant ζωντανός
vivre ζω
Taille, poids
fort δυνατός
grand (taille) ψηλός
gros χοντρός
maigre αδύνατος
mince αδύνατος
λεπτός
petit (taille) κοντός